


Το κτίριο που βλέπετε χτίστηκε το 1650 από Εβραίους, τους οποίους έφερναν οι Ενετοί από την Ισπανία, όταν κατείχαν την Κρήτη κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους.
Αρχικά χρησιμοποιήθηκε σαν σαπουναριό, έτσι εξηγείται και η ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων (ταμπακάδες).
Τα παράθυρα φτιάχτηκαν χαμηλά για να στεγνώνει πιο εύκολα το σαπούνι, με το ρεύμα που γινόταν.
Τα χοντρά ξύλα, οι τράβες μπήκαν κοντά, κοντά για να μην κάνει αντιμάμαλο (τρέμουλο) και χαλά η στάμπα στο σφράγισμα του σαπουνιού.
Σαν ξυλεία, χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του καστανιές και μαυροθαλασσίτικα (Ρώσικα).
Αργότερα, όταν πήραν το κτίριο οι Έλληνες, το χρησιμοποίησαν σαν σχολείο, αποθήκη κρασιού, αποστακτήριο οινοπνευματωδών (ούζο , λικέρ , τσικουδιά).
Ακόμη πιο ύστερα έγινε τυροκομείο και εργαστήριο γλυκών.
Από το 1976 έως το 1988, το κτίριο επισκευασμένο χρησιμοποιήθηκε σαν καφενείο, εστιατόριο και μπαρ που λειτουργούσε σε τρεις ορόφους.
Το 1988 κάηκε ολοκληρωτικά από πυρκαγιά. Το 1991 αφού ελέγχθηκε προσεκτικά η ασφάλεια και η καταλληλότητα του, λειτουργεί σαν ταβέρνα «έλα» με ζωντανή μουσική και προσφέροντας αγνό παραδοσιακό φαγητό.


